Μετάβαση στο περιεχόμενο

ko

Από Βικιλεξικό

Δανικά (da)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /koːˀ/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ko (da) κοινό



Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ko < k + -o

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ko (eo)



Ιαπωνικά (ja)

[επεξεργασία]

Μεταγραφή

[επεξεργασία]

ko (rōmaji) 



Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kuː/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ko (sv) κοινό