lacer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

lacer (fr) (μεταβατικό)

  1. δένω (τα κορδόνια των παπουτσιών μου)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]