Μετάβαση στο περιεχόμενο

κορδόνι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κορδόνι τα κορδόνια
      γενική του κορδονιού των κορδονιών
    αιτιατική το κορδόνι τα κορδόνια
     κλητική κορδόνι κορδόνια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κορδόνι παπουτσιών
O Γεώργιος Κόρπας (1838 - 1911) Έλληνας στρατιωτικός και πολιτικός, με σιρίτια (κορδόνια) στη στρατιωτική του στολή

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κορδόνι < (άμεσο δάνειο) βενετική cordon < λατινική chorda < αρχαία ελληνική χορδή (αντιδάνειο). Δείτε και μεσαιωνική κόρδα.[1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κορδόνι ουδέτερο

  1. κομμάτι ειδικού σχοινιού προορισμένο για διακοσμητικό σκοπό ή σαν εξάρτημα κάποιας συσκευής
  2. (ειδικότερα) κομμάτι σχοινιού ή δέρματος που χρησιμοποιείται για το δέσιμο παπουτσιών
      Ὄχι παπούτσια ἕτοιμα ἀλλά ὑλικό γιά ἕνα ἤ δυό ζευγάρια: σόλες, πανωδέρματα, βάρδουλα, κορδόνια - Βάλε καί σπάγγο, θά τούς ἔμεινε σπάγγος ἐκεῖ πέρα; Ὡς καί κεράκια γιά φινίρισμα βάζανε, Γιατί πετσιά καί ὄχι παπούτσια δέν τό κατάλαβα. Μπορεῖ νά εἶχαν ξεχάσει πιά τί μέγεθος φοροῦσαν οἱ δικοί τους. (Έλλη Αλεξίου, Ανθολογία ελληνικής αντιστασιακής λογοτεχνίας, 1941-1944, 1965, σελ. 394)
  3. (ειδικότερα) (συνήθως στον πληθυντικό) τα σιρίτια αξιωματικών

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]