κορδόνι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κορδόνι κορδόνια
γενική κορδονιού κορδονιών
αιτιατική κορδόνι κορδόνια
κλητική κορδόνι κορδόνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κορδόνι < βενετική cordon

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κορδόνι ουδέτερο

  1. κομμάτι ειδικού σχοινιού προορισμένο για διακοσμητικό σκοπό ή σαν εξάρτημα κάποιας συσκευής
  2. (ειδικότερα) κομμάτι σχοινιού ή δέρματος που χρησιμοποιείται για το δέσιμο παπουτσιών
  3. (ειδικότερα) (συνήθως στον πληθυντικό) τα σιρίτια αξιωματικών

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • δένω/κάνω/παίρνω (κάτι) σχοινί κορδόνι: επαναλαμβάνω κάτι (μια πράξη ή κουβέντες), συνήθως ενοχλητικά

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]