cord

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cord (en)

  1. χορδή μουσικού οργάνου
  2. σχοινί, κορδόνι
  3. καλώδιο συσκευής

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cord (ro)

Συνώνυμα[επεξεργασία]