καδένα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καδένα οι καδένες
      γενική της καδένας των καδένων
    αιτιατική την καδένα τις καδένες
     κλητική καδένα καδένες
όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καδένα < μεσαιωνική ελληνική καδένα < βενετική cadena· δείτε επίσης την ιταλική catena και την ισπανική cadena (αλυσίδα) < λατινική catena

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καδένα θηλυκό

  1. αλυσίδα σε κόσμημα ή σε παλιό ρολόι τσέπης
  2. (ναυτικός όρος): αλυσίδα της άγκυρας, οποιαδήποτε ναυτική αλυσίδα
  3. ο σκαπτικός αυλακωτήρας

Μεταφράσεις[επεξεργασία]