καδένα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καδένα καδένες
γενική καδένας καδένων
αιτιατική καδένα καδένες
κλητική καδένα καδένες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καδένα < μεσαιωνική ελληνική καδένα < βενετική cadena· δείτε επίσης την ιταλική catena και την ισπανική cadena (αλυσίδα) < λατινική catena

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καδένα

  1. αλυσίδα σε κόσμημα ή σε παλιό ρολόι τσέπης
  2. (ναυτικός όρος): αλυσίδα της άγκυρας, οποιαδήποτε ναυτική αλυσίδα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]