Μετάβαση στο περιεχόμενο

lallygag

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας lallygag
γ΄ ενικό ενεστώτα lallygags
αόριστος lallygagged
παθητική μετοχή lallygagged
ενεργητική μετοχή lallygagging

lallygag (en)