Μετάβαση στο περιεχόμενο

lamp

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
lamp lamps

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

lamp (en)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Ολλανδικά (nl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

lamp (nl) κοινό