lavanderia

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
lavanderia lavanderie

lavanderia (it)

  1. καθαριστήριο, πλυντήριο
  2. πλυσταριό