league
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| league | leagues |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]league (en)
- η λίγκα, η οργάνωση αθλητικών ομάδων
Many clubs in the lower reaches of the league are in financial difficulty.
- Πολλά σωματεία στις χαμηλότερες θέσεις της λίγκας αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες.
- (ανεπίσημο) η κατηγορία, το επίπεδο ποιότητας, ικανότητας κτλ.
As a painter, he is in a league of his own.
- Ως ζωγράφος, είναι μια κατηγορία από μόνος του.
They’re in a different league than us.
- Είναι σε άλλη κατηγορία από εμάς.
When it comes to cooking, I'm not in her league.
- Όταν πρόκειται για μαγειρική, δεν είμαι στην κατηγορία της/στο επίπεδό της.
- η ένωση, η ομάδα ή σύνδεσμος από μερικά συνεργαζόμενα μέλη
the League of Nations - η Κοινωνία των Εθνών
- η λεύγα (περίπου 5 χλμ), η μέση απόσταση που μπορεί να διασχίσει ένας άνθρωπος σε μία (1) ώρα περπατώντας
twenty thousand leagues under the sea - είκοσι χιλιάδες λεύγες υπό τη θάλασσα