levity

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

levity (en)

  1. η ελαφρότητα στο λόγο ή τη συμπεριφορά
  2. πράξη που χαρακτηρίζεται από ελαφρότητα