lia
Εμφάνιση
Κατωιταλικά (grk-ita)
[επεξεργασία]
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ||
| γενική | ||
| αιτιατική | ||
| κλητική | ||
| 1. Εναλλακτικός τύπος (Καλαβρία) | ||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- lia < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λεία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]lia (lìa) θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]- lìa Vocabolario σελ.302 - Στέφανος Λαμπρινός. Stephanos Lambrinos. (1994) Il dialetto greco Salentino nelle poesie locali. [Η ελληνική διάλεκτος του Σαλέντο στην τοπική ποίηση.] (στα ιταλικά) Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Tübingen. DOI.10.12681/eadd/9045 (συντομογραφίες · κανόνες · σημειώσεις · ΔEITE)
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Αντωνυμία
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός |
|---|---|
| ονομαστική | lia |
| αιτιατική | lian |
lia (eo)
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (κατωιταλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (κατωιταλικά)
- Κατωιταλικά
- Ουσιαστικά (κατωιταλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (εσπεράντο)
- Γλώσσα εσπεράντο
- Αντωνυμίες (εσπεράντο)
- Αντίστροφο λεξικό (εσπεράντο)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)