Μετάβαση στο περιεχόμενο

lia

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]


1η κλίση, θηλυκό παροξύτονο ισοσύλλαβο
πτώσεις       ενικός       πληθυντικός
ονομαστική
lìa
lìe
γενική
lìa
liò
αιτιατική
lìa
lìe
κλητική
lìa
lìe
1. Εναλλακτικός τύπος (Καλαβρία)

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
lia < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λεία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

lia (lìa) θηλυκό



Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
lia < li + -a

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Αντωνυμία

[επεξεργασία]
πτώση ενικός
ονομαστική lia
αιτιατική lian

lia (eo)

  • (δικός) του (ο κάτοχος είναι αρσενικού γένους)
    ŝi akceptis lian inviton - δέχτηκε την πρόσκλησή του