librería

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
librería librerías

librería (es) θηλυκό

  1. το βιβλιοπωλείο
  2. η βιβλιοθήκη (έπιπλο)