liegen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ήχος 

Ρήμα[επεξεργασία]

liegen (de)



Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ήχος 

Ρήμα[επεξεργασία]

liegen (nl) (αόρ. : loog, παθ. μτχ. : gelogen)