liegen

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

liegen 

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

liegen (de)

  1. είμαι ξαπλωμένος, κείμαι, βρίσκομαι, είμαι



Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

liegen 

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

liegen (nl) (αόρ. : loog, παθ. μτχ. : gelogen)