Μετάβαση στο περιεχόμενο

liter

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
liter liters

liter (en)