lure

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

lure (en)

  1. το δέλεαρ
  2. το τεχνητό δόλωμα για ψάρεμα

Ρήμα[επεξεργασία]

lure (en)

Συνώνυμα[επεξεργασία]