Μετάβαση στο περιεχόμενο

médiation

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
médiation médiations

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

médiation (fr) θηλυκό