Μετάβαση στο περιεχόμενο

mırlamak

Από Βικιλεξικό

Τουρκικά (tr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
mırlamak < (κληρονομημένο) οθωμανική τουρκική مرلامق (mırlamak) (δείτε και مرل (μουρμούρισμα σα γκρίνια)) < (ηχομιμητική λέξη) مر (mır mır)

mırlamak (en)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

→ και δείτε τη λέξη mırıl

Αλλόγλωσσα παράγωγα

[επεξεργασία]
  • mırlamak - Sevan Nişanyan, Nişanyan Sözlük. Çağdaş Türkçenin Etimolojisi [Λεξικό (του) Νισανιάν. Ετυμολογία της σύγχρονης τουρκικής] μονόγλωσσο τουρκικό λεξικό του Σεβάν Νισανιάν, online από το 2002
  • σελ. 1815 - Redhouse, James W.. (1890). A Turkish and English Lexicon. Shewing in English: The Significations of the Turkish Terms [Τουρκικό (οθωμανικό) και αγγλικό λεξικό] (Κωνσταντινούπολη, Printed for the American Mission by A.H. Boyajian, 1890 @archive.org) (ανατύπωση: Βηρυτός, Librairie du Liban, 1974 & 1987).