malédiction
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| malédiction | malédictions |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- malédiction < λατινική maledictio
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ma.le.dik.sjɔ̃/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]malédiction (fr) θηλυκό
- η κατάρα