Μετάβαση στο περιεχόμενο

manivelle

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
manivelle manivelles

manivelle (fr) θηλυκό