marcha

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Lang-pt.gif Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
marcha marchas

marcha (pt) θηλυκό

  1. το περπάτημα
  2. (αθλητισμός) το βάδην