βάδην

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βάδην < αρχαία ελληνική βάδην

Επίρρημα[επεξεργασία]

βάδην

  1. το κανονικό περπάτημα, χωρίς βιασύνη

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βάδην ουδέτερο

  1. (αθλητισμός) άθλημα ταχύτητας στο οποίο ο αθλητής δεν επιτρέπεται να έχει ταυτόχρονα και τα δύο πόδια στον αέρα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βάδην < βαίνω

Επίρρημα[επεξεργασία]

βάδην

  1. με βηματισμό
  2. με τα πόδια