walking

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

walking (en)

  1. μετοχή ενεστώτα του ρήματος walk


Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

walking (en) < γερούνδιο του walk

  1. το περπάτημα

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

walking (en)

  1. περιπατητικός
    walking shoes
  2. με τα πόδια, πεζός
    walking tour
  3. ως παρομοίωση για κάτι εξαιρετικό ή μια ιδιότητα που κάποιος λογικά δεν μπορεί να έχει, ζωντανή απόδειξη
    walking miracle, walking dictionary (το αντίστοιχο της "κινητής βιβλιοθήκης")

Εκφράσεις[επεξεργασία]