marche

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Marche

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
marche marches

marche (fr) θηλυκό

  1. το σκαλί, το σκαλοπάτι
  2. το περπάτημα, o βηματισμός, η πορεία, το βάδισμα, η βάδιση
  3. (μουσική) το εμβατήριο