σκαλί
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | σκαλί | τα | σκαλιά |
| γενική | του | σκαλιού | των | σκαλιών |
| αιτιατική | το | σκαλί | τα | σκαλιά |
| κλητική | σκαλί | σκαλιά | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ιά, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «παιδί» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σκαλί < υποκοριστικό του σκάλα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σκαλί ουδέτερο
- το σκαλοπάτι
- ※ Αχ, βόγγηξε, γιατί Θεέ μου, γιατί... μονολογούσε κι έκλαιγε ψαύοντας με το πόδι κάθε σκαλί, να το βρει για να πατάει στέρεα κι άρχισε σκαλί με σκαλί να κατεβαίνει όπου ξαφνικά στραβοπάτησε, πήγε μπρος πίσω, ταλαντεύτηκε βρέθηκε μετέωρη. Μάνααα μουουου ... ούρλιαξε, κατρακύλησε (Εύη Μελεάγρου, Πρώτη κατάδυση: ...στον Ωκεάνιο Βυθό, εκδ. Δωδώνη, σελ. 41, 1997)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σκαλί
|
→ δείτε τη λέξη σκαλοπάτι |