Μετάβαση στο περιεχόμενο

mascella

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
mascella mascelle

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
mascella < (κληρονομημένο) λατινική maxilla
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: μεσαιωνικά ελληνικά: μασέλα νέα ελληνικά: μασέλα

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /maʃˈʃɛl.la/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

mascella (it) θηλυκό