Μετάβαση στο περιεχόμενο

matrice

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
matrice matrices

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

matrice (fr) θηλυκό