memoria

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

memoria (it)

  1. μνήμη
  2. αποστηθίζω, απομνημονεύω

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

memoria (la) θηλυκό (γενική:ae)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • post hominum memoriam: από τότε που μπορεί να θυμηθούν οι άνθρωποι, από τότε που..