Μετάβαση στο περιεχόμενο

midst

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

midst (en)

in the midst of a financial crisis - εν μέσω οικονομικής κρίσης