minha

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Αντωνυμία[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
minha minhas

minha (pt) θηλυκό

  1. μου, δική μου