misura

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
misura misure

misura (it) θηλυκό

  1. μέτρηση