moderate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

moderate (en)

  1. μέτριος
  2. μετριοπαθής

Ρήμα[επεξεργασία]

moderate (en)

  1. μετριάζω
  2. ελέγχω τήρηση προτύπων