molester

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

  1. αυτός που παρενοχλεί σεξουαλικά
  2. child molester: παιδεραστής

Συνώνυμα[επεξεργασία]


Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /?/

Ρήμα[επεξεργασία]

molester (fr)