monger

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

monger (en) ενικός
mongers (en) πληθυντικός

  1. πλανοπώλης, γυρολόγος, πλανόδιος πωλητής
  2. (δευτερογενώς) ναρκοπώλης, ναρκωπώλης, χασισέμπορος, χασισέμπορας