γυρολόγος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γυρολόγος αρσενικό ή θηλυκό
- (επάγγελμα) πλανόδιος έμπορος που γυρνάει σε γειτονιές και χωριά για να πουλήσει μικροπράγματα, πραματευτής
- ※ Ο γυρολόγος φωτογράφος και ο πραματευτής ράγιζαν και αυτοί το γυαλί της ησυχίας του απομεσήμερου. Το ντιαλαλητό τους αντιπροσώπευε τη διμούτσουνη ουσία της ζωής, το κλάμα και το γέλιο. (Παναγιώτης Κουσαθανάς, Είναι και πράγματα βουβά, εκδ. Νεφέλη, 1999, σελ. 16)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα γυρο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -λόγος (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)