morden

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

morden (de)

  1. (μεταβατικό) σκοτώνω, δολοφονώ
  2. (αμετάβατο) σκοτώνω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: Mord