Mord

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Mord die Morde
γενική des Mordes der Morde
δοτική dem Mord(e) den Morden
αιτιατική den Mord die Morde

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

Mord (de) αρσενικό

er hat einen Mord begangen - έχει διαπράξει έναν φόνο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]