Μετάβαση στο περιεχόμενο

φόνος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο φόνος οι φόνοι
      γενική του φόνου των φόνων
    αιτιατική τον φόνο τους φόνους
     κλητική φόνε φόνοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φόνος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φόνος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈfo.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φόνος
παρώνυμο: πόνος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φόνος αρσενικό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική φόνος οἱ φόνοι
      γενική τοῦ φόνου τῶν φόνων
      δοτική τῷ φόν τοῖς φόνοις
    αιτιατική τὸν φόνον τοὺς φόνους
     κλητική ! φόνε φόνοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  φόνω
γεν-δοτ τοῖν  φόνοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φόνος, ήδη ομηρικό < (κληρονομημένο) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷʰónos  δείτε  φόνος#Etymology στο αγγλικό Βικιλεξικό

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φόνος, -ου

  1. όπως φόνος, φονικό, ανθρωποκτονία, δολοφονία, σφαγή, σκοτωμός
    παράδειγμα  φόνου ὑπόδικος
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 2 (Β. Ὄνειρος. Διάπειρα. Βοιωτία ἢ κατάλογος νεῶν.), στίχ. 352 (351-352)
    [] νηυσὶν ἐν ὠκυπόροισιν ἔβαινον
    Ἀργεῖοι Τρώεσσι φόνον καὶ κῆρα φέροντες
    στα γρήγορα καράβια / οι Αργείοι μαύρον θάνατον να φέρουν εις τους Τρώας.
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr [μεταγραφή σε μονοτονικό]
      5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Μήδεια, στίχ. 1267 (1265-1267) 🙨
    Δειλαία, τί σοι φρενοβαρὴς
    χόλος προσπίτνει καὶ ζαμενὴς <φόνου>
    φόνος ἀμείβεται;
    • Άμοιρη, γιατί συγκλονίζει την ψυχή σου βαριά οργή / κι ένας φόνος παράφορος ακολουθεί τον άλλον φόνο;
      Μετάφραση (2012): Θ. Κ. Στεφανόπουλος, Αθήνα: Κίχλη @greeklanguage.gr
    • Δυστυχισμένη, γιατί τόση πικρία πέφτει επάνω σου και βαραίνει το μυαλό σου και το ένα άγριο έγκλημα φέρνει το άλλο;
      Μετάφραση: Tο Βικιλεξικό
  2. θανατική ποινή
    παράδειγμα  φόνον προκεῖσθαι δημόλευστον (θα εκτεθεί στην ποινή του θανάτου δια λιθοβολισμού)
  3. ο νεκρός, το πτώμα, το θύμα της σφαγής
      5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Ὀρέστης, στίχ. 1357
    πρὶν ἴδω τὸν Ἑλένας φόνον ἐν δόμοις κείμενον

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]
  • φονή (το θηλυκό κυρίως στον πληθυντικό για τη σφαγή στη μάχη)

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]