φόνος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | φόνος | οι | φόνοι |
| γενική | του | φόνου | των | φόνων |
| αιτιατική | τον | φόνο | τους | φόνους |
| κλητική | φόνε | φόνοι | ||
| Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φόνος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φόνος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈfo.nos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : φό‐νος
- παρώνυμο: πόνος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φόνος αρσενικό
- η αφαίρεση ζωής με δόλο και προμελέτη ή εν βρασμώ ψυχής
- ※ Οἱ φόνοι καὶ τὰ κρίματα ἔπλεξαν πλοκὸ καὶ δὲν ἀφίνουν τὴν ψυχὴ νὰ διαβῇ τὸ τρίχινο γεφύρι στὸν Κάτω Κόσμο.
- Ανδρέας Καρκαβίτσας, Οι κουρσάροι. διηγήματα: Λόγια τῆς πλώρης, 1924
- ※ Οἱ φόνοι καὶ τὰ κρίματα ἔπλεξαν πλοκὸ καὶ δὲν ἀφίνουν τὴν ψυχὴ νὰ διαβῇ τὸ τρίχινο γεφύρι στὸν Κάτω Κόσμο.
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- φονικό
- ανθρωποκτονία (όχι η εξ αμελείας)
- δολοφονία
- εκτέλεση
- πάστρεμα
- ξεπάστρεμα
- βγάλσιμο από τη μέση
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- φόνος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- φόνος - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | φόνος | οἱ | φόνοι |
| γενική | τοῦ | φόνου | τῶν | φόνων |
| δοτική | τῷ | φόνῳ | τοῖς | φόνοις |
| αιτιατική | τὸν | φόνον | τοὺς | φόνους |
| κλητική ὦ! | φόνε | φόνοι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | φόνω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | φόνοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φόνος, ήδη ομηρικό < (κληρονομημένο) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷʰónos → δείτε φόνος#Etymology στο αγγλικό Βικιλεξικό
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φόνος, -ου
- όπως φόνος, φονικό, ανθρωποκτονία, δολοφονία, σφαγή, σκοτωμός
φόνου ὑπόδικος- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 2 (Β. Ὄνειρος. Διάπειρα. Βοιωτία ἢ κατάλογος νεῶν.), στίχ. 352 (351-352)
- […] νηυσὶν ἐν ὠκυπόροισιν ἔβαινον
Ἀργεῖοι Τρώεσσι φόνον καὶ κῆρα φέροντες- στα γρήγορα καράβια / οι Αργείοι μαύρον θάνατον να φέρουν εις τους Τρώας.
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr [μεταγραφή σε μονοτονικό]
- […] νηυσὶν ἐν ὠκυπόροισιν ἔβαινον
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Μήδεια, στίχ. 1267 (1265-1267) 🙨
- Δειλαία, τί σοι φρενοβαρὴς
χόλος προσπίτνει καὶ ζαμενὴς <φόνου>
φόνος ἀμείβεται;- Άμοιρη, γιατί συγκλονίζει την ψυχή σου βαριά οργή / κι ένας φόνος παράφορος ακολουθεί τον άλλον φόνο;
- Μετάφραση (2012): Θ. Κ. Στεφανόπουλος, Αθήνα: Κίχλη @greek‑language.gr
- Δυστυχισμένη, γιατί τόση πικρία πέφτει επάνω σου και βαραίνει το μυαλό σου και το ένα άγριο έγκλημα φέρνει το άλλο;
- Μετάφραση: Tο Βικιλεξικό
- Άμοιρη, γιατί συγκλονίζει την ψυχή σου βαριά οργή / κι ένας φόνος παράφορος ακολουθεί τον άλλον φόνο;
- Δειλαία, τί σοι φρενοβαρὴς
- θανατική ποινή
φόνον προκεῖσθαι δημόλευστον (θα εκτεθεί στην ποινή του θανάτου δια λιθοβολισμού)
- ο νεκρός, το πτώμα, το θύμα της σφαγής
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Ὀρέστης, στίχ. 1357
- πρὶν ἴδω τὸν Ἑλένας φόνον ἐν δόμοις κείμενον
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Ὀρέστης, στίχ. 1357
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- φονή (το θηλυκό κυρίως στον πληθυντικό για τη σφαγή στη μάχη)
Παράγωγα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- φόνος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- φόνος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Παρώνυμα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Ιλιάδα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ευριπίδη (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)