φονικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική φονικός φονική φονικό
γενική φονικού φονικής φονικού
αιτιατική φονικό φονική φονικό
κλητική φονικέ φονική φονικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φονικοί φονικές φονικά
γενική φονικών φονικών φονικών
αιτιατική φονικούς φονικές φονικά
κλητική φονικοί φονικές φονικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φονικός < αρχαία ελληνική φονικός < φόν(-ος) + -ικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fɔ.ni.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φονικός,ή,ό

  1. που οδηγεί ή μπορεί να οδηγήσει σε φόνο
    φονική επίθεση
  2. που μπορεί να σκοτώσει ή ήδη σκότωσε
    φονικό όπλο, φονικός σεισμός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]