napkin

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

napkin (en)

  1. η πετσέτα (για το στόμα και τα χέρια μετά το φαγητό) ή η χαρτοπετσέτα
  2. η σερβιέτα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: sanitary napkin
  3. μαντίλι που φορούν κάποιες γυναίκες για να πάνε στην εκκλησία