πετσέτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: πεσέτα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πετσέτα οι πετσέτες
      γενική της πετσέτας των πετσετών
    αιτιατική την πετσέτα τις πετσέτες
     κλητική πετσέτα πετσέτες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Πετσέτες μπάνιου.

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πετσέτα < μεσαιωνική ελληνική πετσέτα < ιταλική pezzetta[1], υποκοριστικό του pezza (κομμάτι από πανί) + -etta στην δημοτική: -έτα

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɛ.'ʦɛ.ta/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πετσέτα θηλυκό

  1. κομματάκι υφάσματος, για προστασία από λέρωμα, σε γεύμα
  2. ορθογώνιο ή τετράγωνο απορροφητικό ύφασμα, με το οποίο σκουπίζουμε το σώμα μας
     συνώνυμα: (προσόψι: πετσέτα προσώπου)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]