naturalist

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

naturalist (en)

  1. (φιλοσοφία) φυσιοκράτης
  2. νατουραλιστής
  3. (παρωχημένο) φυσιογνώστης, φυσιοδίφης
    Resisting Stapleton's offer of hospitality, Holmes and I set off to Baskerville Hall, leaving the naturalist to return alone. (Arthur Conan Doyle, The hound of the Baskervilles)