Μετάβαση στο περιεχόμενο

nervure

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
nervure nervures

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

nervure (fr) θηλυκό