Μετάβαση στο περιεχόμενο

nodule

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
  1. κόνδυλος, όζος, κόμπος, θρόμβος
  2. διάσπαρτο υλικό μέσα σε άλλο || συνήθως σε σβώλους