noir
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| noir | noirs |
noir (fr) αρσενικό
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| noir | noirs |
noir (fr) αρσενικό
Πηγές
[επεξεργασία]- noir - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- noir - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé