Μετάβαση στο περιεχόμενο

non-exécution

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
non-exécution non-exécutions

non-exécution (fr) θηλυκό

non-exécution d'un contrat, μη εκτέλεση ενός συμβολαίου

Συνώνυμα

[επεξεργασία]