Μετάβαση στο περιεχόμενο

nonagénaire

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
nonagénaire nonagénaires

Επίθετο

[επεξεργασία]

nonagénaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. ενενηντάρης

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
nonagénaire nonagénaires

nonagénaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. ενενηντάρης