nonagénaire
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| nonagénaire | nonagénaires |
Επίθετο
[επεξεργασία]nonagénaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό
Επίθετο
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| nonagénaire | nonagénaires |
nonagénaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό