none other than
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]none other than (en)
- (ιδιωματισμός) ο ίδιος, χρησιμοποιείται για να τονίσει ποιος ή τι είναι κάποιος ή κάτι, όταν αυτό προκαλεί έκπληξη
It was none other than my brother.
- Ήταν ο ίδιος ο αδελφός μου.