Μετάβαση στο περιεχόμενο

other

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

other (en)

  1. άλλος, χρησιμοποιείται για να αναφέρεται σε άτομα ή πράγματα που είναι πρόσθετα ή διαφορετικά από άτομα ή πράγματα που έχουν αναφερθεί ή είναι γνωστά
    παράδειγμα  Others are responsible for the situation, not me.
    Άλλοι είναι υπεύθυνοι για την κατάσταση και όχι εγώ.
    παράδειγμα  Some work hard and others are on vacation.
    Άλλοι δουλεύουν σκληρά και άλλοι κάνουν διακοπές.
    παράδειγμα  He likes to be of help to others, in particular when they are a friend.
    Του αρέσει να εξυπηρετεί τον άλλον, όταν μάλιστα είναι φίλος.
    παράδειγμα  He works twice as hard as others.
    Δουλεύει διπλάσια από τους άλλους.
    παράδειγμα  Don’t listen to the others.
    Μην ακούς τον ένα και τον άλλο.
    παράδειγμα  That way you won’t be able to be bothered by the others.
    Έτσι δε θα μπορεί να σε ενοχλεί ο ένας κι ο άλλος.
    παράδειγμα  We weren’t officially informed; we were trying to figure something out from the others.
    Δεν ενημερωθήκαμε επίσημα· από τον έναν και τον άλλο προσπαθούσαμε κάτι να μάθουμε.
  2. άλλος, χρησιμοποιείται για να αναφέρεται στο δεύτερο από δύο άτομα ή πράγματα
    παράδειγμα  We are two brothers; one studied engineering and the other a doctor.
    Είμαστε δυο αδέρφια· ο ένας σπούδασε μηχανικός και ο άλλος γιατρός.
    παράδειγμα  Don’t confuse things, one situation is handled differently than the other.
    Μη συγχέεις τα πράγματα, αλλιώς αντιμετωπίζεται η μία κατάσταση και αλλιώς η άλλη.
  3. άλλος, χρησιμοποιείται για να αναφέρεται σε άτομα ή πράγματα που παραμένουν σε μια ομάδα
    παράδειγμα  These books are his. The others are mine.
    Αυτά τα βιβλία είναι δικά του. Τα άλλα είναι δικά μου.

Επίθετο

[επεξεργασία]

other (en) (χωρίς παραθετικά)

  1. άλλος, χρησιμοποιείται για να αναφέρεται σε άτομα ή πράγματα που είναι πρόσθετα ή διαφορετικά από άτομα ή πράγματα που έχουν αναφερθεί ή είναι γνωστά
    παράδειγμα  I like oranges; I don’t eat other fruits.
    Μου αρέσουν τα πορτοκάλια· τα άλλα φρούτα δεν τα τρώω.
    παράδειγμα  I don’t want any other sweets.
    Δε θέλω άλλο γλυκό.
    παράδειγμα  He works twice as hard as other people.
    Δουλεύει διπλάσια από τους άλλους.
  2. άλλος, χρησιμοποιείται για να αναφέρεται στο δεύτερο από δύο άτομα ή πράγματα
    παράδειγμα  They don’t want to accept, but they have no other choice.
    Δε θέλουν να δεχτούν, αλλά δεν έχουν άλλη επιλογή.
  3. άλλος, χρησιμοποιείται για να αναφέρεται σε άτομα ή πράγματα που παραμένουν σε μια ομάδα
    παράδειγμα  I will wear my other shoes; these are dirty.
    Θα φορέσω τα άλλα παπούτσια μου· αυτά είναι βρώμικα.
  4. (the other) αντίθετος, χρησιμοποιείται για να αναφέρεται σε ένα μέρος, κατεύθυνση κτλ. που είναι αντίθετο από το πού βρίσκομαι, πηγαίνω κτλ.
    παράδειγμα  They went the other direction.
    Πήγαν στην αντίθετη κατεύθυνση.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη opposite