nonstop
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]nonstop (en) (χωρίς παραθετικά)
- άλλη μορφή του non-stop
Επίρρημα
[επεξεργασία]nonstop (en) (χωρίς παραθετικά)
- άλλη μορφή του non-stop