non-stop

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

non-stop (fr) αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο

  1. απευθείας πτήση αεροπλάνου
  2. χωρίς διακοπή

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

non-stop (fr) αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο